Φεντέρ ή Ο πλούσιος σύζυγος

Περιγραφή
Ο «Φεντέρ ή ο πλούσιος σύζυγος», ανολοκλήρωτη νουβέλα του Σταντάλ, γράφεται το 1839, αλλά μένει ανέκδοτη έως το 1855. Το διαζευκτικό του τίτλου λειτουργεί όχι εναλλακτικά αλλά ανταγωνιστικά: ο Φεντέρ ως ενσάρκωση του πάθους (καλλιτεχνικού, ερωτικού) αντιπαρατίθεται στον βαθύπλουτο σύζυγο και στην ποταπότητα του χρήματος. Στο κείμενο συμπυκνώνονται και συνδυάζονται ευρηματικά ορισμένα από τα πάγια θέματα του συγγραφέα (έρωτας, τέχνη, εξουσία, φιλοδοξία για κοινωνική διάκριση), με εμφανή την απομυθευτική πρόθεση.
Αισθαντικός νεαρός με καλλιτεχνικές ανησυχίες έρχεται σε ρήξη με την πατρική εξουσία· ακολουθώντας τη φωνή της καρδιάς και όχι του χρήματος, περιφρονεί την τετράγωνη, πεζή λογική της συσσώρευσης κέρδους και τη θέση που του προδιαγράφουν οι εμπορικές δραστηριότητες του ζάπλουτου γεννήτορα, Γερμανού εγκατεστημένου στη Μασσαλία· συνάπτει «αταίριαστο» γάμο (με συνομήλικη ηθοποιό), εγκαταλείπει την επαρχία και έρχεται να σταδιοδρομήσει ως ζωγράφος στο Παρίσι. Γνώριμο το θέμα (νεαρός επαρχιώτης αναζητεί επαγγελματική και κοινωνική επιτυχία στην πρωτεύουσα), παρουσιασμένο ωστόσο με απρόβλεπτες διακυμάνσεις, γοργές εξελίξεις και ανατροπές που θα οδηγήσουν στη σταδιακή αστοποίηση του ευφάνταστου και αντικονφορμιστή νεανία: ο «ρομαντικός», παρορμητικός έφηβος μεταβάλλεται σε ικανό διαχειριστή τόσο των επαγγελματικών όσο και των συναισθηματικών υποθέσεών του – με κύριο καταλύτη το «άρωμα γυναίκας» (odor di femmina). Από ένα σημείο και πέρα, ο Φεντέρ δεν επιθυμεί να ανατρέψει την κοινωνία αλλά να ενταχθεί σε αυτή, να γίνει αποδεκτό και αναγνωρίσιμο μέλος της.
(από τον πρόλογο της Λίζυς Τσιριμώκου)Ο Σταντάλ (ψευδώνυμο του Henri Beyle) γεννήθηκε στη Γκρενόμπλ το 1783 και σε ηλικία επτά ετών έμεινε ορφανός από μητέρα. Ο πατέρας του ήταν εύπορος δικηγόρος και κτηματίας. Το 1799 έφυγε για το Παρίσι, κυρίως για να ξεφύγει από την πατρική εξουσία. Κατατάχθηκε στον στρατό του Ναπολέοντα τον Μάιο του 1800 και έλαβε μέρος στις εκστρατείες στην Αυστρία, στη Γερμανία και στη Ρωσία. Το 1815, μετά την πτώση του Ναπολέοντα, εγκαθίσταται στην Ιταλία, από όπου απελαύνεται ύστερα από επτά χρόνια ως ύποπτος κατασκοπείας. Επιστρέφει στο Παρίσι και διαμένει εκεί ως το 1831, οπότε επανέρχεται στην Ιταλία ως πρόξενος στην Τσιβιταβέκια, κοντά στη Ρώμη. Πέθανε στις 23 Μαρτίου του 1842, σε έναν δρόμο του Παρισιού, όπου είχε επανέλθει με αναρρωτική άδεια. Είχε ήδη συνθέσει την επιτύμβια επιγραφή του: «Έζησα, έγραψα, ερωτεύτηκα». Η ζωή του ήταν γεμάτη περιπλανήσεις και ερωτικά πάθη. Στα νεανικά του χρόνια αποπειράθηκε να γράψει θέατρο. Έμαθε να ζωγραφίζει και φιλοτέχνησε αίθουσες στο Παρίσι. Έγραψε μυθιστορήματα, βιβλίο για την ιταλική ζωγραφική, βιογραφίες του Χάιντν και του Μότσαρτ, ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Στο αριστούργημα του «Το Κόκκινο και το Μαύρο», η Ιστορία συνδέεται με τις προσωπικές ιστορίες εμβληματικών χαρακτήρων. Έχει χαρακτηρισθεί το μεγαλύτερο μυθιστόρημα του 19ου αιώνα και είναι η πρώτη πραγματεία για την «επιτυχία», την καινούργια κοινωνική θεότητα.

Συγγραφέας : Stendhal 1783-1842
Μεταφραστής : Κορομηλά Έφη
Εκδότης : Πόλις
Έτος έκδοσης : 2012
ISBN : 960-435-381-0
Σελίδες : 211
Σχήμα : 21χ14
Κατηγορίες : Νεοελληνική πεζογραφία – Νουβέλα, Γαλλική πεζογραφία – Νουβέλα

Τιμή σε ιστοσελίδες: 10.35 €

Όλες οι πληροφορίες σε αυτή τη σελίδα προέρχονται από το χώρο αποκλειστικά για πληροφορίες www.public.gr και dioptra.gr ιστοσελίδα μας με αυτό το βιβλίο.